Στίχοι παραδοσιακών δημοτικών τραγουδιών

0274Οι Αραχωβίτες μουσικοί στο Πανηγυράκι θα κάτσουν λίγο να ξαποστάσουν και θα πουν τραγούδια όλοι μαζί…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Να ήμουν στην Αράχωβα

(Τσάμικος)

Nα ήμουν στην στην Αράχωβα

να ήμουν στο πανηγύρι

που παν οι τσούπρες στο χορό

κι όλα τα παλικάρια.

Kαι μια κοπέλα λυγερή

κλαίει κι αναστενάζει

 

Κατακαϋμένη Αράχωβα

(Τσάμικος)

Κατακαϋμένη Αράχωβα, το Δίστομο κι’Δαύλια Νταβέλη,

Νταβέλη, μωρέ Χρήστο Νταβέλη.

Τους κλέφτες τι τους κάνατε και τους Κακαραπαίους;

Στο Ζεμενό τους έχουμε, τους πολεμάει ο Μέγας,

ο Μέγας απ’ την Αράχωβα κι’ ο Λούκας απ’ τη Δαύλεια.

 

Το βλέπεις κείνο το βουνό (Αναστασιά)

(Καλαματιανός)

Το βλέπεις κείνο το βουνό πουν” πιο ψηλ” από τ” άλλα,

εκεί “ναι πύργος γυάλινος με κρουσταλλένια τζάμια,

μέσα κοιμάται μία ξανθιά μιας χήρας θυγατέρα

και πως να την ξυπνήσουμε και πως να της το πούμε;

Ξύπνα καημένη Αναστασιά, ξύπνα ν” ανάψεις τη φωτιά,

ξύπνα  ν” ανάψεις τη φωτιά να σβήσεις το λυχνάρι,

γιατί μας πήρε η χαραυγή, το δόλιο μεσημέρι

παν τα πουλάκια για βοσκή κι οι λυγερές στη βρύση,

πάνε να πάρουνε νερό, να πιουν και να γεμίσουν.

 

Ας πα” να δουν τα μάτια μου

(Πατινάδα του γάμου)

Ας πα” να δουν τα μάτια μου πως τα περνά η αγάπη μου.

μην κι’ βρε αλλού κι αγάπησε και μένα μ” απαράτησε.

Ποιός το “πε δεντρουλάκι μου δε σ” αγαπώ πουλάκι μου;

Αν το “πε ο ήλιος να μη βγει, τ” αστρί να μην ξημερωθεί

αν το “πε το ρηγόπουλο, της Πάτρας τ” αρχοντόπουλο

χήρα να δω τη μάννα του στα μαύρα την κουνιάδα του.

 

Διαμαντούλα

(της τάβλας σε ρυθμό τετράσημο (στα 3))

Κάτω στα δασιά τα πλατάνια στην κρυόβρυση

κάθονταν δυό παλικάρια και μία λυγερή.

Κάθονταν και τρώγαν και πίναν κι όλο λέγανε,

Διαμαντούλα τι είσαι τέτοια τέτοια κίτρινη;

Μη σε μάραναν τα πλατάνια κι η κρυόβρυση;

Δε με μάραναν τα πλατάνια, ούτε η κρυόβρυση,

μον” με μάραν” ο λεβέντης με τα νάζια του.

 

Όλα τα πουλάκια

(Καλαματιανός)

Όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά

τα χελιδονάκια ζευγαρωτά

το “ρημο τ” αηδόνι το μοναχό

περπατεί στους κάμπους με τον αητό

περπατεί και λέει και κελαηδεί.

Ανδριανουπολίτη πραματευτή

που την επέτυχες αυτή τη νιά

την ξανθομαλλούσα την Πατρινιά;

Απ” την Πόλη ερχόμουν κι απ” τα νησιά

κι απ τη γειτονιά της επέρασα

τα βασιλικά της επότιζε

και τις μαντζουράνες εδρόσιζε,

μου “κοψε κλωνάρι και μου “δωσε,

μου “πε κι ένα λόγο και μ” άρεσε.

 

Συγνέφιασε στον Παρνασσό

(Τσάμικος)

Συγνέφιασε στον Παρνασσό βρέχει στα καμποχώρια

και συ Διαμάντω νύχτωσες που πας αυτή την ώρα;

Πάω γι αθάνατο νερό, γι αθάνατο βοτάνι,

να στείλω στην αγάπη μου ποτέ να μήν πεθάνει.

Αντί να στείλω αθάνατο της έστειλα φαρμάκι.

http://grooveshark.com/s/Sinnefiase+O+Parnassos/2wfWlx?src=5

 

Περδικούλα ημέρωνα

(Ήπειρος, της τάβλας)

Περδικούλα ημέρωνα

κι όλο μ” αγριευότανε

στο φτερό στεκότανε.

Πείσμωσα την έδειρα,

στα βουνά την έστειλα,.

στα βουνά τα πετρωτά,

τα βολυμοσκεπαστά.

Μιά Λαμπρή, μία Κυριακή,

πέρασα κι εγώ από κει,

την ακώ να κελαηδεί.

την ακώ να κελαηδεί.

Πέτα περδικούλα μου

κι έλα στα χερούλια μου

κι αν σου κάνω εγώ κακό.

σ” εκκλησιά να μην εμπώ.

 

 

Σιγαλά βρέχει ο ουρανός

(Καγκέλι)

Σιγαλά βρέχει “ ουρανός,

σιγαλός ψιχαλισμός,

σιγαλά πάω και “γώ

στην αγάπη π” αγαπώ.

Πάω τη βρίσκω λυπημένη

και βαριά βαλαντωμένη

της μιλώ, δεν μου μιλάει

και με τ” άγριο με τηράει.

Κρίνε μ” αγαπημένο μου,

μικρο αρεββωνιασμένο μου,

κρίνε με με την υγειά σου,

να χαρείς την λεβεντιά σου.

Φεύγα βλάμη από κοντά μου

σε σιχάθηκ” η καρδιά μου…

 

Φώτα το φεγγαράκι μου

(Της τάβλας ή τσάμικος)

Φώτα το φεγγαράκι μου,

να πάω στην αγάπη μου.

Φώτα ψηλά και χαμπηλά,

γιατί είναι λάσπες και νερά,

φώτα και χαμπηλότερα,

να πάω γληγορότερα.

Εγώ φωτάω ως το πρωί

κι όπου έχει αγάπη, ας περπατεί.

Φώτα και συ λεβέντη μου,

να δέσω το τσεμπέρι μου.

 

Νερατζούλα φουντωμένη

(Τσάμικος)

Νερατζούλα φουντωμένη, πούναι τ’ άνθη σου

Πούναι η πρώτη σου ομορφάδα και τα κάλλη σου

Φύσηξε βοριάς  αέρας και τα τίναξε

Κι η φουρτούνα του πελάου τ’ αποχάλασε

Σε παρακαλώ βοριά μου φύσα ταπεινά

Για ταπείνωσ’ την αντάρα και τον κουρνιαχτό

Τη βοή σου τη μεγάλη και τον αχητό

Για ν’ αράξουν τα καράβια τα σπετσιώτικα

Νάρθουν και τα παλικάρια τα νησιώτικα

Όλα τα καράβια αράξαν κι όλα φάνηκαν

Κι ο λεβέντης ο δικός μου δεν εφάνηκε

Και ποιος ξέρει σε τι κύμα δέρνει να πνιγεί

Και δεν κλαίς την ομορφιά σου κόρη όμορφη

Μόνε κλαίς τον ταξιδιώτη που σ’ απάριασε

Τάχα ποια θα με φιλήσει τα μεσάνυκτα

Τάχα ποια θε ν’ αγκαλιάσει το ξημέρωμα

 

Λάλα το πουλί κι αηδόνι

(Αρκαδία, Καλαματιανός)

Γείραν τα ελατόκλαρα

κι ακουμπήσανε στο χιόνι,

λάλα το πουλί κι αηδόνι

κι εσύ δεν βγαίνεις να σε ειδώ,

μία ημέρα στο μπαλόνι,

λάλα το πουλί κι αηδόνι.

Ποιος έλατος βαστάει νερό

και ποια κορφή το χιόνι,

λάλα το πουλί κι αηδόνι,

στό Μαίναλο βαστάει νερό

και στην κορφή το χιόνι,

Θοδωρή Κολοκοτρώνη.

 

Να’ μουν ελιά στα Σάλωνα

(Τσάμικος)

Να’ μουν ελιά στα Σάλωνα και κλήμα στη Βοστίτσα,

να’ μουν και στην Αράχωβα δραγάτης στα κορίτσια.

Τ’ ακούτ’ Αραχωβίτισσες κι’ Αραχωβιωτοπούλες;

Το Μάη το κρασί μην πίνετε κι’ όξω μην κοιμηθήτε.

Το μάθαν δυο ζουρλά παιδιά και περπατούν τις νύχτες.

Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, κρέας για τα λιοντάρια,

σέρνουν και υπνοβότανο υπνώνουν τα κορίτσια.

 

Παραλλαγή:

Να’ μουν ελιά στα Σάλωνα και κλήμα στη Βοστίτσα,

να’ μουν και στην Αράχωβα δραγάτης στα κορίτσια.

Να είχα φωλία στο Παρνασσό, και στο Μοριά Λιμέρι.

Να φέρνει ο βλάχος το τυρί, βλαχουλα το χαμπέρι.

 

Αμάραντος

(Τσάμικος)

Για δέστε τον αμάραντο

σε τι βουνό φυτρώνει, καλέ.

Φυτρώνει μεσ’ στα δίστρατα,

στους κάμπους στα λιθάρια.

Το τρων’ τα λάφια και ψοφούν,

τ’ αγρίμια και μερώνουν, καλέ.

Να το’ τρωγε κι η μάννα μου,

εμέ να μη με κάνει, καλέ.

 

Τούτο το καλοκαιράκι

(Τσάμικος)

Τούτο το, μαύρα μου μάτια.

Τούτο το καλοκαιράκι.

Τούτο το καλοκαιράκι,

κυνηγούσα’ να πουλάκι.

Κυνηγούσα, μαύρα μου μάτια,

κυνηγούσα προσπαθούσα.

Κυνηγούσα προσπαθούσα,

να το πιάσω δεν μπορούσα.

Κι’ έστησα, μαύρα μου μάτια

έστησα, τα ξόβεργά μου.

Εστησα τα ξόβεργά μου,

κι ήρθ’ η πέρδικα κοντά μου.

 

Στα Ρίτσα βγαίνει ένα νερό

(Καγκέλι)

Στα Ρίτσα βγαίνει ένα νερό,

το λέν’ ασημονέρι.

Το πίνουν οι Ριτσιώτισσες,

καμιά παιδιά δεν κάνει.

Νάθελ’ το πιεί κι η μάννα μου

Και με να μη με κάνει.

Κι αν μ’ έκαμε τι μ’ ήθελε,

κι αν μ’ έχει τι με θέλει.

Εγώ στα ξένα περπατώ,

στα ξένα τρώω και πίνω.

Ξένοι μου πλένουν τα σκουτιά,

ξένοι μου τα μπαλώνουν.

 

Τώρα τα πουλιά

(Της τάβλας)

Τώρα τα πουλιά,

τώρα τα χελιδόνια,

τώρα οι πέ-, τώρα οι πέρδικες.

Τώρα οι πέρδικες

γλυκολαλούν και λένε:

ξύπνα αφέ-, ξύπνα αφέντη μου.

Ξύπνα αφέντη μου,

ξύπνα γλυκιά μου αγάπη,

ξύπνα αγκά-, ξύπνα αγκάλιασε.

Ξύπνα αγκάλιασε

κορμί κυπαρισσένιο,

κάτασπρο, κάτασπρο λαιμό.

Κάτασπρο λαιμό

σαν του Μαγιού το δρόσο,

σαν το κρύο, σαν το κρύο το νερό.

 

Σ’ ένα δεντρί στον Παρνασσό

Όρε σ΄ ένα δεντρί- περδικούλα μου

σ’ ένα δεντρί στον Παρνασσό

όρε σ’ ένα δεντρί στον Παρνασσό

έγειρα ν ‘αποκοιμηθώ

Όρεν ούτε’ έγειρα-περδικούλα μου

όρεν ούτε έγειρα, ούτε πλάγιασα

όρε ούτε έγειρα, ούτε πλάγιασα

όρε ούτε τον ύπνο χόρτασα

Όρε κι άκουσα πέ – περδικούλα μου

κι άκουσα πέρδικα ζαλιά

όρε κι άκουσα πέρδικα ζαλιά

κλαίει θρηνεί μες τα βουνά

 

 

Στη Μέση στην Αράχωβα

Στη Μέση καλέ στη Μέση στην Αράχωβα,

Στη Μέση στην Αράχωβα

και στη Βλαχομπαρμπίτσα

Πέντε καλέ πέντε πολέμοι γίνονται,

Πέντε πολέμοι γίνονται

απ” το πρωί ως το γιόμα

Κι άλλοι καλέ κι άλλοι μετά π” το δειλινό,

Κι άλλοι μετά π το δειλινό

ως που να ξημερώσει

Πέφτουν καλέ πέφτουν τα βόλια σαν βροχή,

Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή

κι οι μπόμπες σαν χαλάζι

Μετριούνται καλέ μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές

Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές

και λείπουν τρεις χιλιάδες

Μετριούνται καλέ μετριούνται τα Ελληνόπουλα,

Μετριούνται τα Ελληνόπουλα

και λείπουν τρεις λεβέντες

 

Αριστείδης

(Σαρακατσανέικο, καγκέλι)

Σείρε γκιζέ- μωρ Αριστείδη μου

σείρε γκιζέρα στο ντουνιά

και στον απάνω κόσμο Αριστείδη μου

και στον απάνω κόσμο μωρ τζοβαΐρι μου.

Κι αν θα βρεις α- μωρ Αριστείδη μου

κι αν θα βρεις άλλη σαν και μένανε

άλλη να σ” αγαπάει βρ” Αριστείδη μου

άλλη να σ” αγαπάει τζοβαΐρι μου.

Να πας και να, μωρ Αριστείδη μου

να πας και να “ρθεις γρήγορα

απο τα μαύρα ξένα Αριστείδη μου

απο τα μαύρα ξένα τζοβαΐρι μου.

 

Παραλαγή:

Σείρε γκιζέ- μωρ Αριστείδη μου

σείρε γκιζέρα στο ντουνιά

και στον απάνω κόσμο Αριστείδη μου

και στον απάνω κόσμο μωρ τζοβαΐρι μου.

Κι αν έβρεις α- μωρ Αριστείδη μου

Κι αν έβρεις άλλην ομορφότερη

ξανθιά και μαυρομάτα, Αριστείδη μου

ξανθιά και μαυρομάτα τσιβαΐρι μου.

Ρίξε και σκοτωσέ με τσοβαΐρι μου

ρίξε και σκοτωσέ με μωρ Αριστείδη μου.

 

Απόψε που κοιμόμουνα

(Συρτός)

– Απόψε που κοιμόμουνα, γλυκά κι ονειρευόμουνα,

είδα “να όνειρο κακό, ξήγα το μάνα τ” όνειρο,

πάνω σε πύργο ανέβαινα, σε περιβόλι έμπαινα,

– Ο πύργος είναι ο γάμος σου, το περιβόλι η αγάπη σου.

 

Λεβέντης είσαι μάτια μου

(Συρτό στα 3)

Λεβέντης είσαι μάτια μου,

λεβέντικα χορεύεις,

λεβέντικα πατάς στη γη

και δε τη κουρνιαχτίζεις,

σαν παίρνεις τον ανήφορο,

τι την κρατάς τη μέση;

μήνα η μεσούλα σε πονεί,

μήνα καμάρι το “χεις;

 

Παναγιούλα (Πέρα θέλω να περάσω)

(Καγκέλι)

Πέρα θέλω, μικρή μου η Παναγιούλα μου,

πέρα θέλω να περάσω,

πέρα θέλω να περάσω,

το χορό για να κοιτάξω.

Πως χορεύει, μικρή μου η Παναγιούλα μου,

πως χορεύει μια μικρούλα,

πως χορεύει μια μικρούλα

που τη λένε Παναγιούλα.

Που “χει τα, μικρή μου η Παναγιούλα μου,

που “χει τα μαλλιά στην τάξη,

που “χει τα μαλλιά στην τάξη

και πλεγμένα με μετάξι.

 

Γαλαξειδιώτισσα

(Συρτό στα 3)

Κάποια Γαλαξειδιώτισσα,

κι απάνω μαχαλιώτισσα,

δέρνει τη θυγατέρα της,

κρυφά απ” τον πατέρα της.

– Γιατί με δέρνεις μάνα μου

κρυφά απ” τον πατέρα μου;

– Μαρ” πού (ει)ν” τα δαχτυλίδια σου,

τα (ο)μορφομπιλιτζίκια σου;

– Μάνα μ” ο Γιώργης τα φορεί,

ως την απάνω Κυριακή,

κι αν τα φορεί του πρέπουνε,

ο Γιώργης δεν παντρεύεται.

 

Γιάννενα

(Συρτός)

Γιάνναινα, Γιαννάκαινα,

κοντο-Γιαννακάκαινα,

να μην πας για λάχανα,

θα μας φέρεις βάσανα,

να μην πας για λαχανίδες,

θα σου κόψουν τις κοτσίδες,

να μην πας και για πουρνάρια,

θα σου κόψουν τα ποδάρια.

 

Δέντρο είχα στην αυλή μου

(Συρτός στα 3)

Δέντρο είχα στην αυλή μου,

για παρηγοριά δική μου.

Πράσινα χρυσά είν’ τα φύλλα

κι ασημένια τα κλωνάρια.

Κόρη κάθεται στον ίσκιο

και κεντάει χρυσό γαϊτάνι.


Όλα τα πουλάκια

(Συρτός)

Όλα τα πουλάκια κι αμάν αμάν,

όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά.

Όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά,

τα χελιδονάκια ζευγαρωτά.

Το έρημο τ΄ αηδόνι, κι αμάν αμάν,

το έρημο τ΄ αηδόνι το μοναχό.

Το έρημο τ΄ αηδόνι το μοναχό,

περπατεί και λέει και “μολογεί.

Περπατεί και λέει κι αμάν αμάν,

περπατεί και λέει και “μολογεί.

Περπατεί και λέει μονολογεί,

άντρα μου καλέ μου πραματευτή.

 

Μια κοντή κοντούλα

(Συρτός)

Μια κοντή κοντού-, μαρή, κοντή κοντούλα μου,

μια κοντή κοντούλα, εδώ στη γειτονιά.

Μια κοντή κοντούλα εδώ στη γειτονιά,

που “χει μαύρα μάτια και ξανθά μαλλιά.

Η μάνα της τη δέ-, μαρή, κοντή κοντούλα μου,

η μάνα της τη δέρνει και την τυρρανά.

Η μάνα της τη δέρνει και την τυρρανά,

για να μαρτυρήσει το ποιός τη φίλησε.

Ούτε ξέ-, κοντού- μαρή, κοντή κοντούλα μου,

ούτε ξένος είναι, ούτε αλαργινός.

Ούτε ξένος είναι, ούτ” αλαργινός,

γείτονάς μας είναι και σεβαστικός.